|
Επιµέλεια: Κώστας Ψωµιάδης
ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ
Τα αποθέµατα στο Ορινόκο και η πολιτική Τσάβες
Στο επίκεντρο των συζητήσεων µεταξύ στελεχών των πολυεθνική πετρελαϊκών οµίλων βρίσκονται, το τελευταίο διάστηµα, τα µεγάλα αποθέµατα «µαύρου χρυσού» που κρύβονται στο υπέδαφος της κοιλάδας Ορινόκο στη Βενεζουέλα.
Στην περιοχή είχαν αναπτύξει µεγάλη δραστηριότητα όλα τα γνωστά ονόµατα της διεθνούς ενεργειακής αγοράς, αλλά αναγκάστηκαν να σταµατήσουν τις εργασίες τους, καθώς η κυβέρνηση του Καράκας, υπό τον Ούγκο Τσάβες, άλλαξε το θεσµικό πλαίσιο και απαίτησε µεγαλύτερη συµµετοχή της κρατικής εταιρείας PDVSA στις κοινοπραξίες, αλλά και στην τελική διανοµή του παραγόµενου προϊόντος.
Ωστόσο, τα πετρέλαια του Ορινόκο θεωρούνται στρατηγικής σηµασίας για την παγκόσµια αγορά πετρελαίου. Και αυτό, αφενός, διότι πρόκειται για περίπου 272 δισ. βαρέλια επιβεβαιωµένων ποσοτήτων, δηλαδή η παραγωγή από τη συγκεκριµένη περιοχή µπορεί να καλύψει µόνη της την παγκόσµια ζήτηση για περίπου µία δεκαετία, και, αφετέρου, οι ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρείες αντιµετωπίζουν το πρόβληµα της µείωσης των αποθεµάτων που ελέγχουν σε παγκόσµιο επίπεδο, ενώ ενισχύονται οι υπό κρατικό έλεγχο µεγάλες εθνικές επιχειρήσεις, στις οποίες συγκαταλέγεται πλέον και η αντίστοιχη της Βενεζουέλας.
Υπό αυτό το πρίσµα, το περιοδικό «The Economist» χαρακτηρίζει ως «νόστιµο µεζέ» τα αποθέµατα της λατινοαµερικανικής χώρας για τους πολυεθνικούς οµίλους.
Ωστόσο, για τρίτη συνεχόµενη φορά, η κυβέρνηση του Καράκας αναβάλλει τους σχετικούς διαγωνισµούς παραχώρησης των δικαιωµάτων για έρευνα και εκµετάλλευση των πεδίων στο Ορινίκο.
Πρόκειται για την παραχώρηση αδειών εκµετάλλευσης σε επτά µπλοκ, όπου, σύµφωνα µε τους ειδικούς του πετρελαϊκού τοµέα, η παραγωγή µπορεί να φτάσει έως και το ένα εκατοµµύριο βαρέλια αργού την ηµέρα.
Στελέχη των πολυεθνικών αποδίδουν τις συνεχείς αναβολές στους όρους που έχει προσθέσει η κυβέρνηση Τσάβες στους διαγωνισµούς και στα µελλοντικά συµβόλαια, που χαρακτηρίζονται «πιο σκληροί» σε σύγκριση µε εκείνους που θέτει η κυβέρνηση της Βραζιλίας σε ανάλογες περιπτώσεις.
Μάλιστα, οι ίδιοι κύκλοι αναφέρουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά µε τους διαγωνισµούς είναι ιδιαίτερα µεγάλη, µε αποτέλεσµα να αυξάνει το ρίσκο για τις υποψήφιες επιχειρηµατικές δυνάµεις.
Φυσικά, η αβεβαιότητα δεν έχει να κάνει µε τα ίδια τα αποθέµατα, καθώς οι περισσότερες πετρελαιοπηγές έχουν ήδη εξερευνηθεί και είναι γνωστές οι ποσότητες που υπάρχουν σε κάθε πεδίο.
Τα γεωτρύπανα και οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας στοιχίζουν πολλά εκατοµµύρια δολάρια, ωστόσο οι τεχνολογίες που χρησιµοποιούνται χρειάζονται ακόµη αρκετές δοκιµές. Άλλωστε, οι οικολογικές οργανώσεις αντιδρούν στην εξόρυξη πετρελαίου από ανάλογες περιοχές του Καναδά, αλλά στην περίπτωση της Βενεζουέλας δεν δείχνουν την ίδια ένταση αντιδράσεων.
Πάντως, ούτε και αυτό αποτελεί το πραγµατικό εµπόδιο για την παραγωγή πετρελαίου στην κοιλάδα του Ορινόκο.
Η PDVSA απαιτεί το 60% από τις κοινοπραξίες που θα δηµιουργηθούν και θα αναλάβουν την παραγωγή στα συγκεκριµένα πεδία, αν και δεν διαθέτει τα ανάλογα κεφάλαια, ώστε να προχωρήσει σε επενδύσεις.
Επιπλέον, το Δηµόσιο της χώρας απαιτεί φόρους που ξεπερνούν το 33% των µικτών κερδών, επίπεδα που θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλά.
Παρόλα αυτά, κρατικές εταιρείας από την Κίνα, τη Ρωσία και την Ινδία, η Petrobras από τη Βραζιλία, αλλά και οι πολυεθνικές Chevron, Shell και Total, έχουν επιδείξει ενδιαφέρον για τα πεδία του Ορινόκο.
Οι αναλυτές των ενεργειακών αγορών θεωρούν ότι µόνο δύο πιθανότητες είναι ικανές να «παγώσουν» το ενδιαφέρον των υποψηφίων.
Η πρώτη πιθανότητα είναι η διεθνής ύφεση και οι σχετικά χαµηλές τιµές του πετρελαίου, που αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους για ανάλογους αποτυχηµένους διαγωνισµούς στην Αλγερία και στο Ιράκ.
Η δεύτερη πιθανότητα είναι το πολιτικό ρίσκο, καθώς η κυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες έχει προχωρήσει σε εθνικοποιήσεις, την τελευταία διετία, σε αρκετούς τοµείς της οικονοµίας στη χώρα του, µεταξύ αυτών και σε εταιρείες του ενεργειακού τοµέα.
Οι δύο µεγάλες πολυεθνικές, η Exxon/Mobil και η ConocoPhillips, βρίσκονται σε διαδικασία διαιτησίας µε το Δηµόσιο της Βενεζουέλας, για τις συµβάσεις που είχαν για δραστηριότητες στην περιοχή του Ορινόκο και οι οποίες µε απόφαση του Τσάβες καταργήθηκαν.
Επίσης, στα προτεινόµενα νέα συµβόλαια δεν προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής στη διεθνή διαιτησία, σε περίπτωση διαφωνιών µεταξύ των µετόχων των κοινοπραξιών.
Παρόλα αυτά, οι δυτικοί αναλυτές διαπιστώνουν ότι το ενδιαφέρον για τα πετρέλαια της Βενεζουέλας παραµένει αµείωτο. Ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, περισσότερες πιθανότητες να συµµετάσχουν στο «πάρτι του Ορινόκο» έχουν οι κρατικές πετρελαϊκές από τη Ρωσία και από την Κίνα, υποβοηθούµενες και από τις άριστες σχέσεις του Τσάβες µε τους ηγέτες αυτών των χωρών.
LUKoil
Προβλέψεις µε το βαρέλι στα 60 δολάρια
Όταν η διοίκηση ενός µεγάλου ενεργειακού οµίλου καταστρώνει τα σχέδιά της για το µέλλον, το πρώτο και βασικότερο στοιχείο είναι να προσδιορίσει τις εκτιµήσεις της για το επίπεδο των διεθνών τιµών του «µαύρου χρυσού».
Με τον τρόπο αυτόν, οι αναλυτές και οι παράγοντες της αγοράς αποκτούν µία πρώτη εικόνα για τις απόψεις των ανθρώπων που έχουν άµεση επαφή µε το αντικείµενο και γνωρίζουν πολύ καλά όλες τις παραµέτρους της δραστηριότητάς τους.
Από αυτήν την οπτική γωνία, οι εκτιµήσεις που εξέφρασε η διοίκηση της LUKoil, της µεγαλύτερης ιδιωτικής εταιρείας πετρελαίου της Ρωσίας και µία από τις µεγαλύτερες στον κόσµο, έχουν ιδιαίτερη σηµασία.
Στις αρχές Σεπτεµβρίου, ο πρόεδρος και βασικός µέτοχος της εταιρείας, Βαγκίτ Αλεκπέροφ, σε τηλεοπτική συνέντευξη ανέφερε ότι ο σχεδιασµός για τη δεκαετία έως το 2020 προβλέπει διεθνείς τιµές πετρελαίου στα επίπεδα των 60 δολαρίων ανά βαρέλι.
Την ίδια στιγµή, αποκάλυψε ότι θα αποτελούσε εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη τόσο για την LUKoil, όσο και για τις µεγάλες επιχειρήσεις πετρελαίου σε όλο τον κόσµο, η διολίσθηση των τιµών σε επίπεδα κάτω από τα 20 δολ. ανά βαρέλι.
Σύµφωνα µε τον κ. Αλεκπέροφ, ένα εύρος τιµών µεταξύ 70 και 90 δολαρίων θεωρείται αντικειµενικό, τόσο για τους παραγωγούς, όσο και για τους καταναλωτές.
Σύµφωνα µε την απόφαση της διοίκησης της LUKoil, από το Δεκέµβριο του 2008, ο όµιλος θα διαθέσει κεφάλαια ύψους 7,5 – 9 δισ. δολαρίων για νέες επενδύσεις, αλλά µε την πρόβλεψη να µειωθούν έως τα 5,1 δισ. δολ., σε περίπτωση κατά την οποία οι διεθνείς τιµές του «µαύρου χρυσού» υποχωρήσουν περαιτέρω, σε επίπεδα που θεωρούνται χαµηλά σε σύγκριση µε το κόστος παραγωγής.
Πάντως, λίγο αργότερα, ο επικεφαλής της ρωσικής ιδιωτικής εταιρείας ανακοίνωσε ότι οι επενδύσεις του οµίλου µπορεί να µειωθούν στα επίπεδα των τεσσάρων δισ. δολαρίων, σε περίπτωση κατά την οποία οι διεθνείς τιµές σταθεροποιηθούν στα 45 δολ. ανά βαρέλι.
Σύµφωνα µε τον κ. Αλεκπέροφ, η LUKoil έχει επεξεργαστεί τρία σενάρια για την ανάπτυξη της πετρελαϊκής εταιρείας της οποίας ηγείται, µε βάση τις συνθήκες που θα επικρατήσουν στις διεθνείς αγορές.
Το πρώτο σενάριο προβλέπει ότι οι διεθνείς τιµές θα διαµορφωθούν στα επίπεδα των 80 δολαρίων ανά βαρέλι.
Το δεύτερο σενάριο έχει ως βάση του τιµές στα 65 δολ., ενώ το τρίτο, που προσδιορίζεται ως «σενάριο κρίσης», προβλέπει διεθνείς τιµές στα 45 δολ. ανά βαρέλι.
Όλα τα σενάρια έχουν µεταξύ τους διαφορά ύψους δύο δισ. δολαρίων, καθώς, όπως διευκρίνισε ο βασικός µέτοχος και πρόεδρος της LUKoil, σε περίπτωση εφαρµογής του πρώτου σεναρίου, µε τις τιµές του πετρελαίου στα 80 δολ., το επενδυτικό πρόγραµµα του οµίλου µπορεί να διαµορφωθεί στα επίπεδα των οκτώ δισ. δολ.
Εάν οι εξελίξεις διαµορφωθούν µε βάση το δεύτερο σενάριο (65 δολ./βαρέλι), τότε οι επενδύσεις της ρωσικής εταιρείας θα ανέλθουν σε έξι δισ. δολ., ενώ, στην τρίτη περίπτωση, τα κεφάλαια που θα επενδυθούν θα είναι κατά δύο δισ. δολ. λιγότερα, σε ετήσια βάση.
Πάντως, για τα επόµενα δύο µε τρία χρόνια, η LUKoil σχεδιάζει να διατηρήσει τις επενδύσεις στα επίπεδα που διαµορφώνονται και κατά το τρέχον έτος.
Ο όµιλος LUKoil συγκαταλέγεται µεταξύ των µεγαλύτερων πετρελαϊκών επιχειρηµατικών δυνάµεων στον κόσµο, µε καθετοποιηµένες δραστηριότητες, ενώ τα αποθέµατα πετρελαίου που διαθέτει αντιστοιχούν στο 1,1% των παγκόσµιων αποθεµάτων και η παραγωγή αντιστοιχεί στο 2,3% της παγκόσµιας προσφοράς «µαύρου χρυσού».
Οι κυριότερες δραστηριότητές της αφορούν στην έρευνα και εκµετάλλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου, στην παραγωγή καυσίµων και χηµικών προϊόντων, ενώ διαθέτει και δίκτυο λιανικής πώλησης καυσίµων.
Ο όµιλος δραστηριοποιείται στον τοµέα της εξόρυξης πετρελαίου και αερίου στη ρωσική επικράτεια και, κυρίως, στη Δυτική Σιβηρία. Διαθέτει, επίσης, σύγχρονες µονάδες διύλισης, σταθµούς επεξεργασίας φυσικού αερίου και χηµικά εργοστάσια, που εδρεύουν τόσο στη Ρωσία, καθώς επίσης και σε χώρες της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Μεταξύ άλλων, η ρωσική εταιρεία διαθέτει παραγωγικές δραστηριότητες σε χώρες όπως το Καζαχστάν, την Αίγυπτο, το Αζερµπαϊτζάν, τη Σαουδική Αραβία, την Κολοµβία, τη Βενεζουέλα, το Ιράκ και αλλού.
Μεγάλο µέρος των προϊόντων της LUKoil εξάγονται σε τρίτες χώρες, καθώς διαθέτει θυγατρικές σε δεκάδες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ.
CPC
Μεγάλη αύξηση στις εξαγωγές
Τα 23 εκατ. τόνους πλησίασαν οι ποσότητες πετρελαίου που διακίνησε η κοινοπραξία Caspian Pipeline Consortium (CPC) στο οκτάµηνο του τρέχοντος έτους.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία που έδωσε στη δηµοσιότητα η διοίκηση της κοινοπραξίας, στις αρχές Σεπτεµβρίου, οι ποσότητες που διακινήθηκαν µέσω του τερµατικού σταθµού «Νότια Οζερέικα 2» ανήλθαν σε 22,95 εκατ. τόνους και ήταν κατά 11,9% περισσότερες από ό,τι το αντίστοιχο διάστηµα του προηγούµενου έτους.
Τον Αύγουστο, µέσω του αγωγού που ελέγχει η CPC µεταφέρθηκαν περισσότεροι από 2,83 εκατ. τόνοι «µαύρου χρυσού», ποσότητες που είναι αυξηµένες κατά 9,7% σε σύγκριση µε τον ίδιο µήνα του 2008, όταν είχαν διακινηθεί 2,58 εκατ. τόνοι, αλλά είναι κατά 4% λιγότερες σε σύγκριση µε τον Ιούλιο του 2009, όταν το πετρέλαιο που µεταφέρθηκε άγγιξε τους 2,95 εκατ. τόνους.
Η CPC αποτελεί την ιδιοκτήτρια του µοναδικού αγωγού πετρελαίου στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, στον οποίο υπάρχει και συµµετοχή ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Ο συγκεκριµένος αγωγός συνδέει τα πλούσια σε αποθέµατα κοιτάσµατα του Τενγκίζ στο Καζαχστάν µε τους τερµατικούς σταθµούς που βρίσκονται στο λιµάνι του Νοβοροσίσκ στα ρωσικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Το συνολικό σύστηµα αγωγών έχει συνολικό µήκος 1,58 χιλιάδων χιλιοµέτρων, ενώ, για το σύνολο του προηγούµενου έτους, οι ποσότητες που διακινήθηκαν ανήλθαν σε περίπου 32,2 εκατ. τόνους.
Από αυτές τις ποσότητες, οι 31,5 εκατ. τόνοι έφτασαν στους αποθηκευτικούς χώρους του Νοβοροσίσκ και, στη συνέχεια, εξήχθησαν, ενώ περίπου 700.000 τόνοι διοχετεύθηκαν στο σύστηµα αγωγών που λειτουργεί στο εσωτερικό του Καζαχστάν.
Μεταξύ των µετόχων της CPC περιλαµβάνονται η Ρωσία, µέσω των εταιρειών Transneft (31%) και KTK Company (7%). και το δηµόσιο του Καζαχστάν, που ελέγχει το 19% µέσω της κρατικής εταιρείας KazMunaiGaz.
Μέσω θυγατρικών συµµετέχουν επίσης η αµερικανική Chevron µε 15%, η BP (µέσω της Lukarco B.V., που αποτελεί κοινοπραξία µε τη ρωσική LUKoil) µε 12,5%, η Shell (σε κοινοπραξία µε τη Rosneft) µε 7,5%, η Mobil µε 7,5% και η ιταλική ENI µε 2%.
Επίσης, συµµετέχουν η βρετανική BG Overseas Holding (2%) και η Oryx Caspian Pipeline (1,75%).
ΡΩΣΙΑ
Καλύτερα και από τους Σαουδάραβες...
Για πρώτη φορά κατά την τελευταία 20ετία, η Ρωσία κατακτά την πρώτη θέση στον κόσµο ως προς τις εξαγωγές πετρελαίου και προϊόντων του, ξεπερνώντας την παραδοσιακή ηγέτιδα δύναµη στον τοµέα αυτόν, τη Σαουδική Αραβία.
Σύµφωνα µε στοιχεία του Διεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (IEA) που δηµοσιοποιήθηκαν στις αρχές Σεπτεµβρίου, οι εξαγωγές της Ρωσίας ξεπέρασαν τα 7,4 εκατ. βαρέλια την ηµέρα, κατά το δεύτερο τρίµηνο του τρέχοντος έτους.
Την ίδια χρονική περίοδο, οι εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας µειώθηκαν και διαµορφώθηκαν στα επτά εκατ. βαρέλια ηµερησίως.
Με βάση τα στοιχεία αυτά, για πρώτη φορά έπειτα από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία γίνεται η µεγαλύτερη εξαγωγέας πετρελαίου και καυσίµων στον κόσµο, σε διάστηµα ενός τριµήνου.
Στο παρελθόν, κατά περιόδους, είχε βρεθεί και πάλι στην πρώτη θέση, αλλά µόνο σε διάστηµα ενός µηνός και, κυρίως, λόγω συγκυριακών καταστάσεων.
Τη σηµαντικότερη συµβολή στην ανάδειξη της Ρωσίας στην πρώτη θέση, είχαν οι εταιρείες Rosneft, LUKoil και THK-BP, οι οποίες προέβησαν σε αύξηση της παραγωγής, µε αφορµή την άνοδο των τιµών στα µεγάλα διεθνή χρηµατιστήρια εµπορευµάτων.
Κατά το πρώτο τρίµηνο του τρέχοντος έτους, στην κορυφή των ισχυρότερων πετρελαιοπαραγωγών κρατών βρισκόταν η Σαουδική Αραβία, µε εξαγωγές που έφταναν περίπου τα 7,39 εκατ. βαρέλια την ηµέρα.
Η Ρωσία βρέθηκε στη δεύτερη θέση, µε περίπου 7,25 εκατ. βαρέλια ηµερησίως.
Θα πρέπει να σηµειωθεί, πάντως, ότι η Σαουδική Αραβία ακολουθεί την πολιτική που διαµορφώνουν οι Υπουργοί Πετρελαίου του ΟΠΕΚ, µε τις ποσοστώσεις στην παραγωγή. Το καρτέλ του πετρελαίου έχει προχωρήσει σε συνολική µείωση της παραγωγής έως και 5,5 εκατ. βαρελιών την ηµέρα, µε αποτέλεσµα αυτή η µείωση να κατανέµεται αναλογικά στις χώρες - µέλη.
Στην παρούσα φάση, η παραγωγή σε όλες τις χώρες του ΟΠΕΚ βρίσκεται λίγο πιο κάτω από τα 25 εκατ. βαρέλια ηµερησίως, ενώ τον Ιούλιο του 2008 ξεπερνούσε τα 30,3 εκατ. βαρέλια.
Από την άλλη πλευρά, η παραγωγή «µαύρου χρυσού» στη Ρωσία συνεχίζει την αυξητική πορεία της.
Ο Υπουργός Ενέργειας της χώρας, Σεργκέι Σµάτκο, εξέφρασε την εκτίµηση ότι, για το σύνολο του τρέχοντος έτους, η παραγωγή θα είναι αυξηµένη κατά 0,4% και θα φτάσει στους 490 εκατ. τόνους.
ALI AL NAIMI
Σταθερή και εύρωστη η αγορά πετρελαίου
Λογικές για όλο τον κόσµο χαρακτήρισε τις διεθνείς τιµές του «µαύρου χρυσού» ο Υπουργός Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, Αλί αλ Ναΐµι, σε δηλώσεις του στη Βιέννη, στις αρχές Σεπτεµβρίου.
Σύµφωνα µε το Σαουδάραβα Υπουργό, η διεθνής αγορά πετρελαίου είναι «πολύ σταθερή και εύρωστη», απαντώντας σε ερώτηση σχετικά µε τις συνθήκες που επικρατούν στην προσφορά και στη ζήτηση πετρελαίου σε παγκόσµιο επίπεδο.
Όπως υπογράµµισε ο κ. αλ Ναΐµι, οι διεθνείς αγορές «εφοδιάζονται πολύ καλά, και οι τιµές θεωρούνται λογικές από όλους, τόσο από τους καταναλωτές, όσο και από τους παραγωγούς».
Απαντώντας σε ερώτηση για το εάν το καρτέλ του πετρελαίου σκοπεύει να προχωρήσει σε νέα µείωση της παραγωγής, ο Υπουργός της Σαουδικής Αραβίας αστειευόµενος απάντησε: «Με την τιµή να κυµαίνεται µεταξύ 68 και 73 δολαρίων, τι άλλο θέλετε;», αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες επιθυµούν να διατηρηθούν στα παρόντα επίπεδα οι τιµές, άρα και οι ισορροπίες µεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Ο ΟΠΕΚ που συνεδρίασε στις 09/09, στη Βιέννη, συζήτησε και για τη διατήρηση των ποσοστώσεων της παραγωγής του, που έχουν οριστεί στα 24,84 εκατοµµύρια βαρέλια ηµερησίως από την 1η Ιανουαρίου.
ΙΡΑΝ - ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ
Συµφωνία για κοινές ενεργειακές επενδύσεις
Συµµαχίες στο αντίπαλο δέος της Ουάσιγκτον «οικοδοµεί» ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες, καθώς η επίσκεψή του στην Τεχεράνη, στις αρχές Σεπτεµβρίου, απέφερε, µεταξύ άλλων, τη συµφωνία για κοινές επενδύσεις ύψους 760 εκατ. δολ. στον ενεργειακό τοµέα και των δύο χωρών.
Σύµφωνα µε την επίσηµη πληροφόρηση από τα µέσα ενηµέρωσης του Ιράν, στη συµφωνία προβλέπεται η συµµετοχή της κρατικής εταιρείας πετρελαίου της Βενεζουέλας PDVSA στην ανάπτυξη του τεράστιου κοιτάσµατος φυσικού αερίου στο Νότιο Παρς, το οποίο µοιράζονται το Ιράν και το Κατάρ.
Παράλληλα, η Βενεζουέλα θα προωθεί στην ιρανική αγορά 20.000 βαρέλια καυσίµων την ηµέρα, ενώ η Τεχεράνη θα προσφέρει τη δική της τεχνογνωσία, µηχανήµατα και υποστηρικτικές υπηρεσίες, στον τοµέα της έρευνας και της εκµετάλλευσης των πεδίων υδρογονανθράκων. Το Καράκας αναµένεται να χρησιµοποιήσει την τεχνογνωσία αυτή στα πλούσια κοιτάσµατα της κοιλάδας του Ορινόκο.
Επίσης, η ιρανική κρατική εταιρεία πετρελαίου ενδιαφέρεται να συµµετάσχει και στην ανάπτυξη άλλων πετρελαϊκών πεδίων, όπως εκείνων στο Ντοµποκούµπι και στο Αγιακούτσο.
Λίγο πριν επισκεφθεί το Ιράν, ο Ούγκο Τσάβες είχε δηλώσει την ετοιµότητα της χώρας του να ξεκινήσει από τον Οκτώβριο εξαγωγές προϊόντων πετρελαίου στο Ιράν, έως 20.000 βαρέλια την ηµέρα και συνολικής αξίας 800 εκατ. δολαρίων.
Το Ιράν αποτελεί την πέµπτη µεγαλύτερη χώρα στις εξαγωγές πετρελαίου στον κόσµο. Ωστόσο, δεν διαθέτει τον απαραίτητο αριθµό διυλιστηρίων, η παραγωγή των οποίων να καλύπτει την εσωτερική ζήτηση, µε αποτέλεσµα να αναγκάζεται να προσφεύγει σε εισαγωγές καυσίµων.
Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία, τα εν λειτουργία διυλιστήρια στο Ιράν καλύπτουν µετά βίας το 40% των αναγκών της χώρας σε βενζίνη.
Για να καλύψει το σύνολο της ζήτησης, η κυβέρνηση του Ιράν εισάγει περίπου 120.000 βαρέλια βενζίνης ηµερησίως.
BP
Μεγάλο κοίτασµα στον Κόλπο του Μεξικού
Στα τρία δισ. βαρέλια υπολογίζονται τα αποθέµατα «µαύρου χρυσού» στο νέο κοίτασµα που ανακάλυψε η πολυεθνική BP στον Κόλπο του Μεξικού.
Το κοίτασµα βρίσκεται σε πολύ µεγάλο βάθος και σε θαλάσσια περιοχή 400 χιλιόµετρα ανοικτά του Χιούστον. Ωστόσο, δίνει ώθηση στα αποθέµατα της BP, η οποία, όπως και άλλες πολυεθνικές, αντιµετώπιζε προβλήµατα µε τα διαθέσιµα αποθέµατα που είχε να εκµεταλλευτεί.
Όπως αναφέρουν τα διεθνή πρακτορεία, οι νέες ποσότητες πετρελαίου βρίσκονται σε βάθος άνω των 1.200 µέτρων, ενώ το συνολικό βάθος του ανέρχεται σε περίπου 11 χιλιάδες µέτρα.
Εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, θα πρόκειται για το βαθύτερο κοίτασµα στην ιστορία της πετρελαϊκής βιοµηχανίας.
Το κοίτασµα Tiber Prospect διαχειρίζεται κοινοπραξία µε επικεφαλής και διαχειρίστρια την BP (62%), ενώ συµµετέχουν η Petrobras από τη Βραζιλία (20%) και η αµερικανική ConocoPhilips (18%).
ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Κρατικές εταιρείες εναντίον πολυεθνικών
Οι υπό κρατικό έλεγχο πετρελαϊκές εταιρείες συνεχίζουν να απειλούν την πρωτοκαθεδρία των ιδιωτικών οµίλων του κλάδου, ενώ χρησιµοποιούν τα πλεονεκτήµατά τους για να αντιµετωπίσουν µε µικρότερες συνέπειες τις επιπτώσεις από τη διεθνή οικονοµική κρίση.
Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγουν όλο και περισσότεροι αναλυτές των ενεργειακών αγορών, τονίζοντας ότι οι εταιρείες που βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο, σε χώρες όπως είναι η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Βενεζουέλα, έχουν πολύ πιο εύκολη πρόσβαση σε χρηµατοδοτικά κεφάλαια σε σύγκριση µε τις άλλοτε ισχυρότατες πολυεθνικές εταιρείες.
Σύµφωνα µε δηλώσεις στο πρακτορείο Bloomberg του Neil Beveridge, αναλυτή του οίκου Sanford Bernstain και ειδικού στον ενεργειακό τοµέα των ασιατικών χωρών, οι µετοχές πετρελαϊκών οµίλων από την Κίνα και την Ινδία, όπως της CNOOC, της PetroChina και της Reliance Energy, έχουν περισσότερες πιθανότητες να σηµειώσουν καλύτερη πορεία σε σύγκριση µε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Οι προβλέψεις για τα έσοδα των συγκεκριµένων κρατικών επιχειρήσεων αναφέρουν ότι το 2010 θα αυξηθούν κατά 10,4 φορές, ενώ οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε ιδιώτες εκτιµάται πως θα αυξήσουν τα έσοδά τους µόλις κατά 8,5 φορές.
Ο αναλυτής εξήγησε πως οι ασιατικές ενεργειακές επιχειρήσεις συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται σε αγορές όπου η ζήτηση για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών αυξάνει, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται τα ελεγχόµενα αποθέµατα και η παραγωγή τους.
Από τις αρχές του τρέχοντος έτους και έως το τέλος Ιουλίου, οι µετοχές της κινεζικής CNOOC ενισχύθηκε κατά 38%, ενώ στη «συµπατριώτισσά» της, στην PetroChina, η κεφαλαιοποίηση σηµείωσε αύξηση της τάξεως του 28%. Ακόµη υψηλότερες αποδόσεις καταγράφει η µετοχή της ινδικής Reliance, η αξία της οποίας ενισχύθηκε κατά 57%.
Την ίδια στιγµή, η µετοχή της αµερικανικής ExxonMobil, της µεγαλύτερης ενεργειακής επιχείρησης στον κόσµο, σηµείωσε υποχώρηση της τάξεως του 14%, ενώ περίπου στα ίδια επίπεδα απόδοσης (-15%) κινήθηκε ο τίτλος της Royal Dutch Shell.
Η επίσης αµερικανική ConocoPhillips σηµείωσε υποχώρηση της τάξεως του 18%.
Επιπλέον, οι ασιατικές επιχειρήσεις του κλάδου καταγράφουν µέση αύξηση της τάξεως του 5% στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι πολυεθνικές ενισχύουν τα αντίστοιχα µεγέθη τους µόλις κατά 1%.
Σύµφωνα µε την εκτίµηση του αναλυτή, όλα τα υπόλοιπα µεγέθη των υπό κρατικό έλεγχο επιχειρήσεων κινούνται µε πολύ καλύτερους ρυθµούς σε σύγκριση µε τους ανταγωνιστές τους, µε αποτέλεσµα οι κινεζικές και ινδικές επιχειρήσεις του κλάδου να έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν έως και το 80% της ρευστότητας που διαθέτουν, τη στιγµή κατά την οποία οι ιδιωτικοί όµιλοι προχωρούν στη διάθεση µόλις του 40% των κεφαλαίων τους για νέες επενδύσεις.
Όπως ανέφερε ο Neil Beveridge, οι επενδυτές που επέλεξαν να εντάξουν στα χαρτοφυλάκιά τους ή να διατηρήσουν µετοχές της CNOOC ή της Reliance Energy από το 2004, µέσα στο 2009 σηµειώνουν κέρδη που ξεπερνούν το 200%. Ανάλογες αποδόσεις δεν καταγράφονται σε όσους προτίµησαν τις µετοχές των πολυεθνικών...
ΗΠΑ
Προβλήµατα στη διύλιση έως το 2030
Το ένα τέταρτο της διυλιστικής ικανότητας αναµένεται να απολέσει ο σχετικός τοµέας στις ΗΠΑ, αναφέρει σε έκθεσή του, που δηµοσιοποιήθηκε στα τέλη Αυγούστου, το Αµερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου (American Petroleum Institute – API).
Η µείωση της δυναµικότητας των διυλιστηρίων κατά 25% αναµένεται να γίνει σε βάθος 20ετίας, µε αποτέλεσµα να σηµειωθούν σηµαντικά προβλήµατα έως το 2030, σύµφωνα µε τους συντάκτες της έκθεσης.
Η εξέλιξη αυτή θα δηµιουργήσει µεγαλύτερη εξάρτηση της αµερικανικής οικονοµίας από εισαγωγές καυσίµων, αναφέρει το API, το οποίο ωστόσο θεωρεί ότι είναι το αποτέλεσµα των νοµοθετηµάτων που προώθησε τον Ιούνιο ο Λευκός Οίκος για τη µείωση των εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα και για την κλιµατική αλλαγή.
Το Ινστιτούτο αποτελεί ερευνητικό κέντρο στο οποίο συµµετέχουν εκπρόσωποι µεγάλων εταιρειών, όπως της ExxonMobil και της ConocoPhillips, οι οποίες και χρηµατοδοτούν αδρά τις έρευνες.
Είναι φυσικό, λοιπόν, να προβάλλει τις απόψεις των µεγάλων βιοµηχανιών που αντιδρούν σφόδρα στις προσπάθειες για την αντιµετώπιση των περιβαλλοντικών προβληµάτων και που στο παρελθόν, επί προεδρίας Μπους, είχαν ισχυρά ερείσµατα στην αµερικανική κυβέρνηση.
Το σχετικό νοµοσχέδιο βρίσκεται προς επεξεργασία στο Κογκρέσο και σύντοµα αναµένεται να τεθεί σε ψηφοφορία, ενώ προβλέπει τη µείωση των ρύπων έως και 80% έως το 2050.
Σύµφωνα µε το API, το εκτιµώµενο υψηλό κόστος θα οδηγήσει σε µείωση της παραγωγής καυσίµων από τα διυλιστήρια, που αντιστοιχεί σε 4,4 εκατ. βαρέλια, δηλαδή στο 25% των σηµερινών επιπέδων παραγωγής, µε τις επενδύσεις στο συγκεκριµένο τοµέα να µειώνονται έως το 2030 στα 90 δισ. δολ. ή κατά 88%.
IEA
Ανάκαµψη και στη ζήτηση πετρελαίου...
Επανέρχονται οι αισιόδοξες προβλέψεις για την ολοκλήρωση της µεγαλύτερης από τη δεκαετία του ’30 οικονοµικής κρίσης που έζησε ο πλανήτης, και µαζί τους εµφανίζονται όλο και περισσότερες προβλέψεις για µεγαλύτερη ζήτηση πετρελαίου.
Βεβαίως, οι εκτιµήσεις απέχουν πολύ από τα ιστορικά υψηλά της κατανάλωσης που σηµειώθηκαν τα δύο προηγούµενα χρόνια, αλλά το γεγονός ότι διαπιστώνεται εµφανής τάση να αυξηθεί η ζήτηση «µαύρου χρυσού» δίνει µία ξεκάθαρη ένδειξη για το ότι οι κρίσιµες για την ανάπτυξη οικονοµίες έχουν αρχίσει να κινούν τις µηχανές...
Σύµφωνα µε την πρόβλεψη του Διεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (IEA), που δηµοσιοποιήθηκε στα µέσα Σεπτεµβρίου, η ζήτηση για πετρέλαιο σε όλο τον κόσµο το επόµενο έτος θα αυξηθεί, αν και για το 2009 εκτιµάται ότι θα παραµείνει στα ίδια επίπεδα µε τις προηγούµενες προβλέψεις.
Οι εξελίξεις αναµένεται να βασιστούν στην αναµενόµενη αύξηση της κατανάλωσης στις χώρες της Βόρειας Αµερικής, ενώ σηµαντικότατο ρόλο αναµένεται να διαδραµατίσουν τα κράτη της Ασίας, όπου η επάνοδος στην ανάπτυξη θα γίνει πιο γρήγορα, σύµφωνα µε ειδικούς επί των οικονοµιών της περιοχής.
Σύµφωνα µε τους αναλυτές του IEA, η παγκόσµια οικονοµία σταθεροποιείται και η ζήτηση στις χώρες του ΟΟΣΑ παραµένει αδύναµη, ενώ η Κίνα έχει συσσωρεύσει τεράστια αποθέµατα, µε αποτέλεσµα να αναµένεται έως το τέλος του 2009 να περιορίσει τη ζήτηση.
Εν τω µεταξύ, η προσφορά «µαύρου χρυσού» τον Αύγουστο σηµείωσε µείωση της τάξεως των 400.000 βαρελιών ηµερησίως, φτάνοντας στα 84,9 εκατ. βαρέλια την ηµέρα, κυρίως λόγω της παραγωγής των χωρών που είναι εκτός OΠΕΚ.
Οι συνολικές εκτιµήσεις για την παραγωγή πετρελαίου των κρατών εκτός ΟΠΕΚ ανέρχονται σε 51 εκατ. βαρέλια ηµερησίως για το 2009 και κατά 500.000 περισσότερα το επόµενο έτος.
Οι νέες προβλέψεις του ΙΕΑ αναφέρουν ότι η συνολική ζήτηση στο τρέχον έτος θα διαµορφωθεί στα 84,4 εκατ. βαρέλια την ηµέρα, επίπεδα που είναι κατά 500.000 βαρέλια υψηλότερα από την προηγούµενη εκτίµηση. Αντίστοιχα, το 2010 η ζήτηση «µαύρου χρυσού» αναµένεται να διαµορφωθεί σε 85,7 εκατ. βαρέλια ηµερησίως.
Τον περασµένο µήνα, η ηµερήσια προσφορά αργού των χωρών του ΟΠΕΚ αυξήθηκε κατά 55 χιλιάδες βαρέλια, φτάνοντας στα 28,8 εκατ. βαρέλια.
Η ηµερήσια παραγωγή των 11 χωρών του OPEC σηµείωσε αύξηση κατά 80 χιλιάδες, ανερχόµενη πλέον στα 26,3 εκατ. βαρέλια και υπερβαίνοντας το στόχο του οργανισµού κατά 1,4 εκατ. βαρέλια.
Λίγο πριν δηµοσιοποιηθεί η έκθεση του ΙΕΑ, οι υπουργοί Πετρελαίου του ΟΠΕΚ, στη σύνοδο της Βιέννης συµφωνούσαν να διατηρήσουν αµετάβλητες τις ποσοστώσεις, άρα και τη συνολική παραγωγή πετρελαίου.
Αποφάσισαν, ωστόσο, από το επόµενο έτος να διαµορφώσουν την ηµερήσια παραγωγή και τα αποθέµατα στα επίπεδα των 28,3 εκατ. βαρ./ηµέρα για το τρίτο τρίµηνο και στα 27,9 εκατ. βαρ./ηµέρα για το τελευταίο τρίµηνο του τρέχοντος έτους, καθώς εκτιµάται πως θα αυξηθεί η ζήτηση.
Οι προβλέψεις για την παγκόσµια παραγωγή καυσίµων στο τρίτο τρίµηνο του έτους, αναθεωρήθηκαν ανοδικά, κατά 200 χιλ. βαρ., σε σύγκριση µε τον Αύγουστο, φτάνοντας στα 72,1 εκατ. βαρ./ηµέρα, λόγω προβλέψεων για αύξηση στη ζήτηση, αλλά και εξαιτίας των επιπτώσεων στην παραγωγή των ΗΠΑ από τους τυφώνες.
Ωστόσο, τα χαµηλά περιθώρια διύλισης εξακολουθούν να ασκούν πίεση στην παραγωγή προϊόντων πετρελαίου.
Σύµφωνα µε την έκθεση του ΙΕΑ, τα αποθέµατα των χωρών του ΟΟΣΑ αυξήθηκαν κατά 12,8 εκατ. βαρέλια τον Ιούλιο και ανήλθαν σε περίπου 2,78 δισ. βαρέλια. Τα επίπεδα αυτά είναι κατά 4,6% αυξηµένα σε σύγκριση µε τα αντίστοιχα στοιχεία του 2008.
Οι τιµές του αργού, εξάλλου, τον Αύγουστο σηµείωσαν άνοδο κατά περίπου επτά δολ. ανά βαρέλι και κυµάνθηκαν στα επίπεδα των 71 – 73 δολαρίων.
Σύµφωνα µε την εκτίµηση του IEA, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα οι τιµές του «µαύρου χρυσού» να έχουν φτάσει σε οριακό σηµείο, ενώ τον Αύγουστο κινήθηκαν σε ένα εύρος µεταξύ 68 και 74 δολ. το βαρέλι.
Σύµφωνα µε τους αναλυτές του Διεθνούς Οργανισµού, η κατεύθυνση που αναµένεται να λάβουν οι τιµές θα εξαρτηθεί αρκετά από τη διάρκεια που θα έχει η ανοδική πορεία στην παραγωγή προϊόντων διύλισης, κυρίως καυσίµων για οικιακή και µικρή εµπορική χρήση.
NABUCCO
Διαφωνίες συµµάχων παιδεύουσι αγωγούς...
Μπακού και Ασχαµπάντ διαφωνούν και επιδίδονται σε έντονο επικοινωνιακό «πόλεµο», µε επίκεντρο τον ορισµό των περιοχών της Κασπίας, όπου εκτείνεται ο έλεγχος του κάθε κράτους...
Οι διαφωνίες που σηµειώνονται µεταξύ του Αζερµπαϊτζάν και του Τουρκµενιστάν για τον καθορισµό των εθνικών υδάτων στην Κασπία και, κατ’ επέκταση, των περιοχών όπου έχουν δικαίωµα να αναπτύξουν δραστηριότητες έρευνας και εκµετάλλευσης υδρογονανθράκων δηµιουργεί νέα δεδοµένα και ορθώνει σοβαρά εµπόδια στην υπόθεση αγωγών που θα παρακάµπτουν τη Ρωσία.
Υπό αυτό το πρίσµα, η θέση της Μόσχας ενισχύεται στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας, κυρίως ως προς την προσπάθειά της να ελέγξει όσο γίνεται περισσότερες ποσότητες φυσικού αερίου που µεταφέρονται προς τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Στις αρχές Σεπτεµβρίου, το Υπουργείο Εξωτερικών του Αζερµπαϊτζάν, µε ανακοίνωσή του, κατέκρινε τις αποφάσεις της ηγεσίας του Τουρκµενιστάν για τη δηµιουργία βάσης του Πολεµικού Ναυτικού στα παράλια της Κασπίας.
Ήταν το νέο επεισόδιο στο σίριαλ του «επικοινωνιακού πολέµου» µεταξύ Μπακού και Ασχαµπάντ, ενός «πολέµου» που αναζωπυρώθηκε τον περασµένο Ιούλιο και επηρεάζει µεγάλα επενδυτικά προγράµµατα στον ενεργειακό τοµέα.
Σύµφωνα µε αναλυτές στη Δυτική Ευρώπη, οι διαφωνίες των δύο πρώην σοβιετικών δηµοκρατιών µπορούν να αποβούν εις βάρος του σχεδίου κατασκευής του αγωγού Nabucco, ο οποίος θα αποτελέσει την εναλλακτική οδό µεταφοράς φυσικού αερίου από τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και της Κασπίας, χωρίς να χρησιµοποιείται το έδαφος της Ρωσίας.
Πάντως, οι ίδιοι κύκλοι θεωρούν ότι µία ενδεχόµενη αύξηση της έντασης µεταξύ των δύο χωρών είναι πιθανό να αποβεί µοιραία και για τα ρωσικά συµφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Ρώσοι αναλυτές φαίνεται πως συµφωνούν -έστω εν µέρει- µε την άποψη αυτή, σηµειώνοντας ότι η Μόσχα µπορεί να βρεθεί σε ιδιαίτερα µειονεκτική θέση, σε περίπτωση κατά την οποία η ένταση µεταξύ Αζερµπαϊτζάν και Τουρκµενιστάν αυξηθεί και αναγκαστούν να εµπλακούν οι διεθνείς οργανισµοί.
Πολύ περισσότερο, όταν ολόκληρη την τελευταία 20ετία η ρωσική ηγεσία έχει καταφέρει να διατηρήσει το θέµα της οριοθέτησης της Κασπίας σε τοπικό επίπεδο, µε την εµπλοκή µόνο των χωρών που έχουν πρόσβαση στην «κλειστή θάλασσα», και έχει αποφύγει («µε νύχια και µε δόντια», όπως λένε χαρακτηριστικά) να διεθνοποιήσει τις διαφορές.
Σε περίπτωση κατά την οποία οι διαφωνίες παραµείνουν και πολύ περισσότερο, όταν οι διαφορετικές απόψεις µετατραπούν σε αντιπαράθεση, η Μόσχα δεν θα καταφέρει να διατηρήσει το θέµα σε τοπικό επίπεδο.
Η ηγεσία του Τουρκµενιστάν, από τον περασµένο Ιούλιο, έχει διακηρύξει ότι η αναζήτηση και η επεξεργασία κοινά αποδεκτών αποφάσεων στη συγκεκριµένη περιοχή αντιµετωπίζει σοβαρές δυσκολίες από τις ιδιαίτερες θέσεις που διατυπώνει το Μπακού, το οποίο µονοµερώς προχωρεί στην ανάπτυξη εργασιών σε πεδία που θεωρούνται αµφισβητούµενα ως προς το ποιος τα έχει υπό την κυριότητά του.
Πρόκειται για τα πεδία Omar και Osman, στα οποία έχουν διαπιστωθεί σηµαντικές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Υπάρχει, επίσης, και το πεδίο Serdar, την κυριότητα του οποίου αµφισβητεί, από την πλευρά του, το Αζερµπαϊτζάν.
«Το Τουρκµενιστάν θεωρεί απαράδεκτες παρόµοιες πρακτικές µονοµερών ενεργειών στην Κασπία Θάλασσα, και κυρίως αυτές για την επεξεργασία εκείνων των πεδίων για τα οποία δεν υπάρχει συµφωνία των ενδιαφερόµενων κρατών» ανέφερε ο πρόεδρος της χώρας, Γκουρµπανγκουλί Μπερντιµουχαµέντοφ.
Έσπευσε, µάλιστα, να σηµειώσει ότι σε όλες τις υπάρχουσες από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης συµφωνίες προβλέπεται ξεκάθαρα ότι οι συγκεκριµένες περιοχές της Κασπίας ανήκουν στη χώρα του και όχι σε άλλες χώρες.
Μάλιστα, ο Τουρκµένος πρόεδρος έστειλε συγκεκριµένο µήνυµα προς τις διεθνείς εταιρείες που έχουν πιάσει δουλειά στα συγκεκριµένα µπλοκ, αναφέροντας ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η χώρα του δικαιωθεί από τη Διεθνή Διαιτησία, στην οποία έχει προσφύγει, θα ζητήσει από τις εταιρείες αυτές αποζηµιώσεις.
Οι εξελίξεις στις σχέσεις του Αζερµπαϊτζάν και του Τουρκµενιστάν απειλούν να δυναµιτίσουν το σχέδιο για τον αγωγό Nabucco, καθώς, όπως επισηµαίνουν δυτικοί αναλυτές, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας θα διαδραµατίσουν τον πιο ουσιαστικό ρόλο για την εξεύρεση ποσοτήτων που θα καταστήσουν τη συγκεκριµένη υποδοµή οικονοµικά συµφέρουσα.
Ο αµερικανικής εµπνεύσεως αγωγός έχει σχεδιαστεί για να µεταφέρει υδρογονάνθρακες από τη συγκεκριµένη περιοχή, κι, όταν οι δύο σηµαντικότερες χώρες που θα τροφοδοτήσουν τον αγωγό βρίσκονται σε διένεξη, τότε το σχέδιο οδηγείται προς ναυάγιο...
Ωστόσο, οι περισσότερες ποσότητες πετρελαίου και αερίου από το Τουρκµενιστάν εξάγονται µέσω λιµανιών του Αζερµπαϊτζάν, κάτι που σηµαίνει ότι και οι δύο χώρες έχουν συµφέρον να αναζητήσουν ένα συµβιβασµό.
|