|
Άγις Μ. Παπαδόπουλος
Αν. Καθηγητής
Τµ. Μηχανολόγων Μηχανικών
Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ
Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε
Τι περιµένουµε
από τη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης
Τι περιµένουµε από την Κοπεγχάγη; Συνήθως όσο πιο µεγάλες είναι οι προσδοκίες που εναποτίθενται σε µία διάσκεψη, ειδικά όταν µετέχουν τόσο πολλές χώρες και υπερεθνικοί φορείς, τόσο πιο συγκρατηµένος πρέπει να είναι κάποιος ως προς τα αποτελέσµατα που θα προκύψουν.
Στην Κοπεγχάγη συναντώνται τρεις κοσµοθεωρίες, στοχεύσεις και πρακτικές. Κατ’ αρχάς, είναι οι Ηνωµένες Πολιτείες, που σιγά – σιγά αρχίζουν να κινούνται στην κατεύθυνση µίας περιβαλλοντικά συνειδητοποιηµένης πολιτικής, αλλά πολύ σιγά και µε υπόκωφες αλλά ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό τους, εκφραζόµενες κυρίως από τη Γερουσία. Καθώς τώρα αρχίζει η συζήτηση του νέου νοµοθετικού πλαισίου, είναι τελείως απίθανο να έχει ψηφιστεί έως τη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, οπότε είναι εύλογο το ότι ο Πρόεδρος Οµπάµα, τελικά, µάλλον δεν θα µεταβεί στη µακρινή Δανία. Κι αποµένει να φανεί πώς και, κυρίως, πόσο γρήγορα θα αρχίσει να µεταφράζεται σε συγκεκριµένες δεσµεύσεις και σε συγκεκριµένα µέτρα η «πράσινη πολιτική» την οποία επαγγέλλεται ο νέος Πρόεδρος.
Στη συνέχεια, είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τη σχεδόν βολονταριστική προσέγγιση του «δώστε κάτι παραπάνω εσείς, κι εµείς από 20 θα αυξήσουµε στο 30% τη µείωση που θα πετύχουµε». Κανείς δεν αµφιβάλλει για την περιβαλλοντική ευαισθησία των Ευρωπαίων πολιτών (των περισσότερων τουλάχιστον), αλλά δεν είµαι βέβαιος ότι όλοι έχουν αντιληφθεί τι συνεπάγεται η δέσµευση µείωσης των εκποµπών κατά 30%. Παρόλα αυτά, αν υπάρχει ένας παίκτης στον οποίο ο όρος «πράσινη ανάπτυξη» να µην αποτελεί αφηρηµένη έννοια, αλλά επιτυχώς εφαρµοζόµενη οικονοµική και περιβαλλοντική πολιτική, τότε αυτός είναι η Ε.Ε. Εποµένως, εκεί εντοπίζονται οι µικρότερες δυσκολίες.
Έτσι φτάνουµε στον τρίτο πόλο, στην Κίνα και στην Ινδία, οι οποίες πριν από λίγες εβδοµάδες συµφώνησαν να έχουν µία κοινή γραµµή, η οποία προφανώς θα είναι στην κατεύθυνση των ελάχιστων δυνατών δεσµεύσεων.
Βέβαια, υπάρχει κι ένας τέταρτος πόλος, τον οποίο συνήθως παραβλέπουµε, και περιλαµβάνει τις µεγάλες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αµερικής: την Ινδονησία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Αίγυπτο, τη Νιγηρία, το Κογκό, το Μεξικό, τη Βραζιλία και την Αργεντινή. Χώρες µε τεράστιους πληθυσµούς, µε µεγάλες οικονοµίες, µε σηµαντικά προβλήµατα, αλλά και µε σηµαντικές προοπτικές.
Εάν, λοιπόν, κάποιος δει µακροσκοπικά το δρόµο προς µία επιτυχή συµφωνία, θα είχε τρία ορόσηµα: (α) την απόφαση των ΗΠΑ να µειώσουν ουσιαστικά τις εκποµπές θερµοκηπιακών αερίων, (β) την απόφαση της Κίνας και της Ινδίας να συγκρατήσουν τις εκποµπές τους και (γ) την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ να στηρίξουν τις αναπτυσσόµενες χώρες του τέταρτου πόλου, ώστε εκεί να επιτευχθούν οι µεγάλες µειώσεις που είναι τόσο απαραίτητες. Κι εδώ υπάρχει µία σηµαντική διάσταση η οποία εύκολα περνά απαρατήρητη: Εάν δεν υπάρξουν συγκεκριµένες δεσµεύσεις για µεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας, που προφανώς µεταφράζεται σε συγκεκριµένο οικονοµικό κόστος, κάθε προσπάθεια δέσµευσης των αναπτυσσόµενων χωρών στην επίτευξη φιλόδοξων στόχων θα παραµείνει «κενό γράµµα». Κι η αλήθεια είναι πως για λόγους εσωτερικής πολιτικής είναι δύσκολο να πείσει κάποιος, υπό τις παρούσες οικονοµικές συγκυρίες, τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών να αναλάβουν οικονοµικά βάρη για λογαριασµό των αναπτυσσόµενων κρατών. Αν, βέβαια, µας ενδιαφέρει επί της ουσίας ο όρος «πράσινη ανάπτυξη», αλλά και ο όρος «ισόρροπη ανάπτυξη των χωρών», ώστε να µειώσουµε µία σειρά από προβλήµατα, όπως αυτό της οικονοµικής µετανάστευσης, τότε η διαµόρφωση διακρατικών και διεθνών συµφωνιών ενεργειακής και περιβαλλοντικής στήριξης των αναπτυσσόµενων χωρών αποτελεί µονόδροµο.
Επανερχόµενοι στην Κοπεγχάγη, υπάρχει µία ακόµη τεχνική διάσταση που µε προβληµατίζει: Η διάσκεψη είναι προγραµµατισµένη να διαρκέσει 11 µέρες, διάρκεια πολύ µεγάλη. Κι αν αυτό φαίνεται θετικό, καθώς παρέχει το χρόνο για συζητήσεις και ζυµώσεις, στην πραγµατικότητα επιτρέπει υπερβολικά µεγάλες «παρενθέσεις». Όλες οι διεθνείς διασκέψεις που οδήγησαν σε σηµαντικά αποτελέσµατα κράτησαν λίγα εικοσιτετράωρα, ώστε µην υπάρχει περιθώριο για ατέλειωτες διαβουλεύσεις και υπαναχωρήσεις.
Μετά από όλα αυτά, πιστεύω ότι δεν πρέπει να περιµένουµε εντυπωσιακά αποτελέσµατα. Αλλά, από την άλλη, αυτό δεν σηµαίνει ότι είναι προδιαγεγραµµένη και η αποτυχία. Μία «αξιοπρεπής» συµφωνία θα σηµατοδοτήσει το ότι η Κοπεγχάγη δεν είναι το τέλος της διαδροµής, αλλά µία συνέχεια στο δρόµο που ξεκίνησε από το Κιότο. Μια «αξιοπρεπής» συµφωνία θα αποτελέσει ένα θετικό αποτέλεσµα που θα επιτρέψει τη συνέχιση των προσπαθειών. Βέβαια, δεν είναι ο στόχος που ως επιστήµονας θα επιθυµούσα, αλλά είναι, στο πλαίσιο µίας ρεαλιστικής πολιτικής του εφικτού, ό,τι καλύτερο µπορεί να επιτευχθεί, ειδικά τώρα που βρισκόµαστε κατά τα φαινόµενα στην αρχή του τέλους της σηµαντικότερης οικονοµικής κρίσης που βιώσαµε την τελευταία πεντηκονταετία και που βιώνουµε τη σηµαντικότερη οικονοµική ανακατάταξη µετά τον πρώτο παγκόσµιο πόλεµο, τη διαµόρφωση της οικονοµικής πρωτοκαθεδρίας της Ασίας –σε επίπεδο τουλάχιστον ποσοτικών δεικτών.
Και είναι καλό να θυµόµαστε ότι και το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο σήµερα όλοι επικαλούµαστε, είχε θεωρηθεί προϊόν ενός µάλλον µετρίως επιτυχηµένου συµβιβασµού. Ο δρόµος µετά την Κοπεγχάγη θα ’ναι µακρύς και, πιθανότατα, πιο ενδιαφέρων από αυτόν τον οποίο ήδη διανύσαµε.
|