|
Θανάσης Αναπολιτάνος
Πρόεδρος Αντιπυρηνικού Παρατηρητηρίου Μεσογείου
Μέλος Ε.Γ. του Διεθνούς Δικτύου
Mediterranean No Nuclear Neighborhood-MN3
Τι περιµένουµε
από τη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης
«Δεν υπάρχει καιρός για ηµίµετρα. Είναι καιρός για επανάσταση. Την επανάσταση των συνειδήσεων. Την επανάσταση της οικονοµίας. Την επανάσταση της πολιτικής δράσης». Αν νοµίζετε ότι τα παραπάνω είναι λόγια κάποιου περίεργου ακτιβιστή, χάσατε. Τα είπε λίγο καιρό πριν εγκαταλείψει το Μέγαρο των Ιλυσίων Πεδίων, ο τ. Πρόεδρος της Γαλλικής Δηµοκρατίας, Ζακ Σιράκ, µε αφορµή την έκθεση του Διακυβερνητικού Σώµατος του ΟΗΕ για τις κλιµατικές αλλαγές. Κάπως αργά, βέβαια, και την ώρα που εγκατέλειπε την εξουσία, θυµήθηκε ο Γάλλος Πρόεδρος το περιβάλλον. Ίσως αναζητούσε µ’ αυτόν τον τρόπο την καλή µαρτυρία γι’ αυτά που θα έπρεπε κι αυτός ως µέλος των G8 -του κατ’ εξοχήν υπεύθυνου για τη σηµερινή κατάσταση στον πλανήτη- να έχει κάνει και δεν έκανε εδώ και πολλά χρόνια, όταν προειδοποιούσαν κάποιοι τους οποίους χαρακτήριζαν γραφικούς.
Όπως και να έχει, όµως, οι έως και δραµατικές αναφορές για τα θέµατα της κλιµατικής αλλαγής έρχονται από παντού, και πρέπει να µας κάνουν να πάψουµε να σφυρίζουµε αδιάφορα και να αλλάξουµε συµπεριφορά. Όλοι, από τις πολιτικές ηγεσίες, την Αυτοδιοίκηση, τους φορείς και τις οργανώσεις έως και τον τελευταίο πολίτη, µε τις ευθύνες βέβαια να επιµερίζονται ανάλογα.
H βασικότερη πηγή εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου είναι ο τοµέας της ενέργειας. Το ζήτηµα της ενέργειας έχει πάρει σήµερα εκρηκτικές διαστάσεις σε παγκόσµιο επίπεδο. Οι κυρίαρχες δυνάµεις αντιµετωπίζουν την ενέργεια ως εµπόρευµα από το οποίο προσδοκούν κέρδος και όχι ως δηµόσιο αγαθό παραγόµενο από πόρους σε ανεπάρκεια. Αυτή η θεώρηση ωθεί καθηµερινά σε µια λογική υπερπαραγωγής και υπερκατανάλωσης, και στην τεράστια διόγκωση των εµφανιζόµενων ως απαραίτητων αναγκών. Είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο τοπίο ο έλεγχος των πλουτοπαραγωγικών πηγών αποτελεί άµεση προτεραιότητα για πολλούς που επιδιώκουν να δηµιουργήσουν σχέσεις ενεργειακής και, εποµένως, και γεωπολιτικής εξάρτησης των κρατών από αυτούς. Η επιδίωξη αυτή είναι γνωστό ότι έχει οδηγήσει σε πολέµους, σε στρατιωτικές επεµβάσεις και σε ανισοτιµία στις διεθνείς σχέσεις. Αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι για τους οποίους δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την εξοικονόµηση ενέργειας και αντιµετωπίζουν απαξιωτικά τις Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας.
Πέρα, όµως, από αυτές τις πλευρές -αναπόφευκτες σε καιρούς καπιταλιστικής κυριαρχίας- οι δραστηριότητες στον τοµέα της ενέργειας έχουν φέρει στην επιφάνεια και µια σειρά άλλα προβλήµατα. Τέτοια είναι η υπερεκµετάλλευση µέχρι εξάντλησης των φυσικών πόρων, τα περιστατικά και οι απειλές ατυχηµάτων, µε πρώτα στη λίστα επικινδυνότητας τα πυρηνικά, η περιβαλλοντική υποβάθµιση και η µόλυνση τεράστιων περιοχών και, πάνω απ’ όλα, το ζήτηµα της αλλαγής του κλίµατος. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν καθηµερινά ότι, αν δεν ανακοπεί η ενεργειακή φρενίτιδα, µπαίνουν σε άµεσο κίνδυνο τα σηµερινά χαρακτηριστικά του πλανήτη που µας φιλοξενεί, καθώς και η ίδια η ζωή.
Στην Ελλάδα, η συµµετοχή του τοµέα της ενέργειας στις συνολικές εκποµπές φτάνει το 78%. Από την άποψη της κατανάλωσης, ο κτιριακός τοµέας είναι ο µεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας, µε ποσοστό 36% και µε συµµετοχή στις εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 40%!
Πριν από µερικούς µήνες, το Αντιπυρηνικό Παρατηρητήριο Μεσογείου, µαζί µε 21 φορείς και κινήσεις απ’ όλη την Ελλάδα, έδωσε στη δηµοσιότητα ένα κείµενο µε το οποίο καταθέτουµε τις απόψεις µας και διεκδικούµε συµµετοχή, µε απόλυτη συναίσθηση των ορίων και των δυνατοτήτων µας, σε έναν ανοιχτό διάλογο για το µακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασµό.
Αφετηρία µας είναι ότι χρειάζεται µια διαφορετική αντίληψη για τα ζητήµατα της ενέργειας, ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο τρόπο µε τον οποίο ο καθένας µας αντιλαµβάνεται την κοινωνία του µέλλοντος. Ως στοιχεία της κοινής µας αφετηρίας θεωρούµε:
- Την αντιµετώπιση των φυσικών και ενεργειακών πόρων ως κοινής παγκόσµιας περιουσίας.
- Την προσαρµογή σε µοντέλα που θα αποτρέπουν καταστροφικές εξελίξεις και θα διασφαλίζουν το µέλλον της ζωής.
- Την αµφισβήτηση της χωρίς όρους και όρια ανάπτυξης, µε την ταυτόχρονη ανάδειξη του αυξανόµενου ρόλου της περιβαλλοντικής προστασίας.
- Την αλλαγή των απαράδεκτων σηµερινών καταναλωτικών προτύπων, που προβάλλονται και επιβάλλονται σε όλους τους τοµείς δηµόσιας ζωής.
Ο ενεργειακός σχεδιασµός, κατά την άποψή µας, πρέπει να στηριχθεί:
1. Στη σαφή και αιτιολογηµένη αποτύπωση των πραγµατικών (σηµερινών και µελλοντικών) αναγκών σε ενέργεια, χωρίς τους στρεβλούς «αναπτυξιακούς» µεγαλοϊδεατισµούς και την υπερεκτίµηση των αναγκών.
2. Στην εφαρµογή δεσµευτικών πολιτικών εξοικονόµησης ενέργειας, γεγονός που µπορεί να διαφοροποιήσει ριζικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Πάρτε για παράδειγµα την τεράστια σπατάλη και την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί σήµερα. Ο ευρύτερος δηµόσιος τοµέας «χρησιµοποιεί» περίπου 200.000 κτίρια σε όλη την Ελλάδα. Σύµφωνα µε µελέτη του Κέντρου Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ), µπορούµε να µειώσουµε την κατανάλωση ενέργειας στα δηµόσια κτίρια κατά 22%, µε λογικό κόστος και άµεσες επεµβάσεις. Έτσι, θα εξοικονοµήσουµε 140.000 τόνους πετρελαίου, πάνω από 110 εκατ. ευρώ το χρόνο, ενώ οι εκποµπές CO2 θα µειωθούν κατά 425 εκατοµµύρια τόνους.
Ας αναρωτηθεί ο καθένας από µας γιατί δεν έχει επιδειχθεί πολιτική βούληση µέχρι τώρα, ώστε να γίνουν αυτά.
3. Στον ισχυρό δηµόσιο σχεδιασµό, µε αποφασιστικό κοινωνικό έλεγχο, για την κάλυψη των πραγµατικών αναγκών που προκύπτουν, µε προτεραιότητα στη γενναία ενίσχυση και στην αποκεντρωµένη λειτουργία έργων ΑΠΕ, και µάλιστα στο κοντινότερο προς τον πολίτη επίπεδο, δηλαδή στο ίδιο το κτίριο όπου ζει και εργάζεται. Υπάρχουν ελπιδοφόρα µηνύµατα: Πριν από 6 µήνες παρουσιάστηκαν τα συµπεράσµατα µιας ερευνητικής εργασίας που πραγµατοποίησε επί 11 2 έτος το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας σε συνεργασία µε την Greenpeace. Αναφέρω µόνο ένα συµπέρασµα: «Τα αποθέµατα Ανανεώσιµης Ενέργειας τα οποία είναι σήµερα διαθέσιµα και µπορούµε να τα εκµεταλλευτούµε, τεχνικά επαρκούν, για να καλύψουµε 6 φορές τις σηµερινές παγκόσµιες ανάγκες».
Με βάση τα παραπάνω, είναι περισσότερο από προφανές το τι θέλουµε από τη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης. Θέλουµε πραγµατικά την επανάσταση, δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος για ηµίµετρα. Θα σταθούν οι κυβερνήσεις στο ύψος των ευθυνών τους; Υπάρχουν, αλήθεια, ορισµένες ενδείξεις για µια πιο αποφασιστική αντιµετώπιση σε σχέση µε το παρελθόν, αν και µε βάση τη µέχρι σήµερα εµπειρία δεν µπορεί κανείς να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Τα αντανακλαστικά τους έχουν αποδειχθεί πολύ αργά απέναντι στην πραγµατική ανάγκη για λήψη γενναίων µέτρων και στις εκκλήσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων, οι οποίες αποδείχθηκαν οι σκληροί ρεαλιστές της υπόθεσης. Ανεξάρτητα από τα αποτελέσµατα, πάντως, η Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, ήδη, ως αφορµή προσφέρει κάτι πολύ ουσιαστικό: Μια σηµαντική ώθηση του περιβαλλοντικού κινήµατος, ένα ακόµα βήµα στην κατεύθυνση της επανάστασης των συνειδήσεων. Κι αυτό είναι ό,τι πιο σηµαντικό, προκειµένου να διαµορφώσουµε το µέλλον όπως το θέλουµε κι όχι όπως µας το επιφυλάσσουν οι σηµερινοί ισχυροί του πλανήτη.
|